Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

‘Όπως να ‘ναι ή όπως πρέπει…;

Στη χώρα του ‘πάμε και βλέπουμε’, του ανύπαρκτου στρατηγικού σχεδιασμού κα ι της επικράτησης των κάθε είδους ‘κολλητών’, πόσο μπορεί το ‘όπως πρέπει’ ν’ αντέχει στην πίεση του ‘όπως να ‘ναι’…. ;

Ξημέρωσε λοιπόν μια μέρα που ένα μικρό κομμάτι της Θεσσαλονίκης πανηγύρισε για ένα κύπελλο της μιας απ’ τις ποδοσφαιρικές της ομάδες που είχε χρόνια να φέρει παρόμοιο τίτλο στην πόλη.

Αμφισβητούμενες φάσεις γίνονται πολλές σε ποδοσφαιρικούς αγώνες και ειδικά σε τελικούς το συνηθίσαμε κι αυτά όμως αποτελούν αντικείμενο των ‘ειδικών’.  Εκείνο που μένει κι επηρεάζει είναι το γεγονός ότι μετά και τα όσα έγιναν τις τελευταίες μέρες με κάτι πρόστιμα που σβήστηκαν με ρύθμιση στη βουλή, με κάτι φήμες για αγορά τηλεοπτικού καναλιού και γενικώς την περιρρέουσα πολιτική κατάσταση σε σχέση με τον επιχειρηματία ιδιοκτήτη του κυπελλούχου Ελλάδος πλέον, οδήγησαν τη συντριπτική πλειοψηφία των σκεπτόμενων κι αντικειμενικών Θεσσαλονικέων, στην αποστασιοποίηση απ’ τα πανηγύρια.

Με τη χώρα να διαλύεται αργά και βασανιστικά, κάνοντας θόρυβο μόνο σε κάποιες διακριτές στιγμές ενώ αθόρυβα γενικά ξεπουλιέται και εν πολλοίς, εξαφανίζεται με τη μορφή που ήταν, κάτι τέτοιες περιπτώσεις είναι που θυμίζουν πόσο έχει γίνει αποδεκτό και σχεδόν αφομοιώθηκε τελείως πλέον, το σκηνικό της παρασκηνιακής δράσης σε όλους τους τομείς κι οι υπόγειες διαδρομές για ό,τι συμβαίνει με τη ρημαγμένη πολιτική σκηνή της χώρας.

Με το αριστερό αφήγημα να έχει καταρρεύσει πλήρως και την υπαναχώρηση σε όλα πλέον τα επίπεδα των, κατά δική τους ομολογία, ιδεοληπτικών εκπροσώπων ενός ιδιότυπου αριστερού μίγματος, που έχει πείσει τους πολίτες να τους συγχωρούν κάθε λάθος κι αστοχία, με μοναδική ευκολία, οτιδήποτε έχει σχέση με ‘πρέπει’ και ‘εν τάξει’, φαίνεται να έχει καταλυθεί.

Η δύναμη της δημαγωγίας και του λαϊκισμού, θεοποιήθηκε στις μέρες μας αφού οδήγησε σε εύκολη χειραγώγηση του πλήθους ώστε να εκφραστεί εναντίον των πολιτικών αντιπάλων και να φέρει στην εξουσία ένα μόρφωμα κόμματος που παραμορφώθηκε εντελώς με τη συμμαχία με αντίπαλου εντελώς, τυπικά τουλάχιστον, κομματίδιο,

Μόνο που η αρχή του ‘ό,τι να ‘ναι’, που στέκεται εξ ορισμού απέναντι απ’ την ευγενή άμιλλα, τον υγιή ανταγωνισμό και την σκληρή προσπάθεια για κατάκτηση στόχων, από κει που ήταν η περιθωριοποιημένη τακτική κάποιων δακτυλοδεικτούμενων στην ελληνική κοινωνία, στις μέρες τείνει να γίνει ο κανόνας, με την ανοχή των πολιτών και την αδιαφορία που επιδεικνύουν σε κάθε περίπτωση διατράνωσης του στρεβλού κι απορριπτέου.

Και κάθε φορά που διαπιστώνεται η επικράτηση του ‘ό,τι να ναι’, απλώς αφομοιώνεται σιγά σιγά οδηγώντας στην περαιτέρω διολίσθηση του συνόλου μέσω της εναρμόνισης λειτουργίας τομέα ή ομάδας, κάθε φορά.
Με την ανοχή μας και την αδιαφορία μας, καταντήσαμε να έχουμε αποδεχτεί συμπεριφορές και λειτουργίες που όσο κι αν είχαμε προκληθεί στο παρελθόν, αποτελούσαν μεμονωμένα περιστατικά που δεν τα αποδεχόμασταν ως κοινωνία και πάντως προσπαθούσαμε να μην τα αντιγράψουμε.

Με τη διάλυση που έχει επέλθει, όσοι πλέον παραμένουμε στην τραγική χώρα που απέμεινε, δείχνουμε να εναρμονιζόμαστε πλήρως μ’ αυτό που κάποτε αποποιούμασταν και να υιοθετούμε αυτό που κάποτε στηλιτεύαμε, δικαιώνοντας και προωθώντας την ανικανότητα, τη μετριότητα, την απραξία και τον ωχαδελφισμό.

Όσο κι αν προσπαθήσει μια κοινωνία να κρατήσει τους πυλώνες ύπαρξής της, τα μικρά καθημερινά είναι που τελικά διαμορφώνουν τη λειτουργία της και τη συνέχισή της. Κι όπως όλα δείχνουν, εμείς πλέον έχουμε χάσει κάθε αίσθηση του ‘πρέπει’ και των κανόνων που θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν και πάλι στην ορθή λειτουργία και στην τροχιά ανάπτυξης κι εξέλιξης ως κοινωνία, υποκύπτοντας στο εύκολο και γρήγορο να επικρατήσει, αδιαφορώντας ας έτσι τελικά ξεπουλιέται ό,τι πολυτιμότερο είχαμε να διαθέσουμε ως λαός.

Ο αφρός της χώρας που δε φοβάται ν’ αναμετρηθεί και ν’ ανταγωνισθεί τους καλύτερους άλλων χωρών και μάλιστα στην έδρα τους, αποχωρεί σωρηδόν πλέον, δίνοντας τα φώτα του σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Εδώ μένουμε οι εγκλωβισμένοι κι εκείνοι που ξέρουν ότι δεν αντέχουν στον ανταγωνισμό αλλά δυστυχώς και όλοι εκείνοι που απλώς αφήνονται στο ‘ό,τι να ‘ναι’ που τείνει να γίνει το μοτο της χώρας.

Κι έτσι, το μόνο που έμεινε να εξελίσσεται, ν’ αυξάνεται και να πληθαίνει στη διαλυμένη Ελλάδα, είναι οι διαπλεκόμενοι επιχειρηματίες που εξαγοράζουν απ’ τους εξαντλημένους οικονομικά πολίτες, ό,τι πουλιέται και στήνουν τον ιστό τους με ‘στρατούς’ και υπόγειες διαδρομές, φροντίζοντας για τη διείσδυση στη χώρα, άγνωστων συμφερόντων.

Κι εκεί που ήταν ένας, έγιναν πολλοί οι δακτυλοδεικτούμενοι διαφορετικοί, μόνο που αν συνεχιστεί το φαινόμενο, θα γίνουν περισσότεροι απ’ αυτούς που θα μείνουν να τους δείχνουν….