Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Αναζητώντας κίνητρο, χωρίς προοπτική…

Κι αφού μάθαμε να ζούμε με το τίποτα συνδυάζοντας όσα κάποτε απαξιώναμε, έφτασε κι η στιγμή να εκπαιδευτούμε να προχωρήσουμε αναζητώντας μέσα μας κίνητρο ενώ κάθε προοπτική απομακρύνεται πλέον…

Μόνο τους εαυτούς μας πλέον φτάσαμε ν’ ανταγωνιζόμαστε οι Έλληνες αφού ό,τι βιώνουμε δεν έχει προηγούμενο σε ανεπτυγμένη χώρα. Μια ιδιότυπη και σύγχρονη μορφή διάλυσης με μια χρεωκοπία που εξελίσσεται απλώς χωρίς να έχει επισήμως ανακοινωθεί.

Η καθημερινότητά μας έχει πλήρως αλλάξει πλέον αλλά λόγω των αργών ρυθμών προς το χειρότερο, μένει χρόνος να εγκλιματιστούμε και να προσαρμοστούμε τελείως στα νέα δεδομένα κάθε φορά που αλλάζουν.
Πρόκειται όμως από κείνες τις ελάχιστες φορές που η προσαρμοστικότητα κάθε άλλο παρά θετικά λειτουργεί τελικά για τις εξελίξεις αφού κάθε φορά που προσαρμοζόμαστε σε κάτι βαρύ που μας επιβάλλεται, απλώς στέλνουμε το μήνυμα ότι αντέχουμε ακόμη περισσότερα, άρα μπορούν κι άλλο να μας βαρύνουν.   

Καταλήξαμε λοιπόν, να έχουμε χάσει τη διάθεσή μας για αγώνα για το καλύτερο και πρόοδο αφού όλες μας οι δυνάμεις εξαντλούνται στην προσπάθεια να διεκπεραιώσουμε τα βασικά κι απολύτως απαραίτητα.
Η ζωή όμως που τρέχει και δεν περιμένει ούτε λεπτό, απαιτεί συνέχεια οπότε είμαστε άπαντες εγκλωβισμένοι στα τείχη υποχρεώσεων που έχει σηκώσει ο καθένας  γύρω του. Κι η αέναη προσπάθεια συνεχίζεται.

Μόνο που για να μπορέσουμε στοιχειωδώς ν’ ανταπεξέλθουμε, χρειαζόμαστε απαραιτήτως κίνητρο. Κίνητρο να σηκωθούμε το πρωί απ’ το κρεββάτι, κίνητρο να πάμε στη δουλειά, όσοι έχουμε, κίνητρο ν’ αντέξουμε όσα θ’ αντιμετωπίσουμε καθημερινά, κίνητρο να συνεχίσουμε ενώ ξέρουμε πως ό,τι και να κάνουμε, τελικά δε φτάνει για να είμαστε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας.

Ψάχνουμε το κίνητρο μέσα μας, στην οικογένειά μας, στα μάτια των παιδιών μας, όπου μπορεί ο καθένας να θεωρήσει ότι είναι απαραίτητη η προσπάθειά του για ν’ αντλεί δύναμη και να συνεχίζει.
Μόνο που το κίνητρο, όσο κι αν το βρίσκουμε εύκολα ή δύσκολα, απαιτείται να συνδυαστεί με κάτι που εξασφαλίζει και την αναγκαιότητά του. Και δεν είναι τίποτ’ άλλο φυσικά απ’ την προοπτική.

Την προοπτική για κάτι καλύτερο, την προοπτική για το επόμενο, το αναμενόμενο, τον στόχο, το αποτέλεσμα του σχεδιασμού. Την προοπτική για πρόοδο, για την επόμενη μέρα, μήνα, χρόνο.
Αυτό είναι που φέρνει και την κατήφεια και την απαισιοδοξία τελικά σήμερα σε όλους μας, η έλλειψη προοπτικής. Η παντελής απουσία μιας διαφαινόμενης ελπιδοφόρας κατάστασης που θα μπορούσε να φέρει την άρση των αδιεξόδων και την άκρως απαραίτητη αισιοδοξία που θα μας οδηγούσε και στην κινητοποίηση ώστε ν’ απαιτήσουμε να βγούμε απ’ αυτή την κατάσταση που βιώνουμε ως χώρα, όσο το δυνατόν συντομότερα.

Μπορούμε ατελείωτες ώρες να συζητάμε ποιος φταίει και τι έγινε ώστε να φτάσουμε εδώ που καταντήσαμε. Το έχουμε αναλύσει πλέον ενδελεχώς, όλοι μας κι όπως φαίνεται, δε βγήκε και κάποιο αξιόλογο αποτέλεσμα που θα μπορούσε ν’ αποτελέσει παράδειγμα προς αποφυγήν ώστε να πάμε παρακάτω.

Συνεχίζουμε λοιπόν στους ίδιους ρυθμούς, ράθυμοι, κατηφείς, αδιάφοροι κι απογοητευμένοι, απλώς να επιτρέπουμε να μας παρασύρει το ρεύμα, προσαρμοζόμενοι συνεχώς στις όλο και δυσκολότερες συνθήκες που καλούμαστε να τα βγάλουμε πέρα πλέον.

Το μόνο αποτέλεσμα είναι ότι εκείνοι που θα έπρεπε να εργάζονται πυρετωδώς για να εμφανισθεί προοπτική, διαπιστώνοντας πόσο δεκτικοί είμαστε στο δούλεμα και στο παραμύθιασμα, όχι μόνο δεν κάνουν αυτό που τους έχουμε αναθέσει αλλά εξελίσσουν την τέχνη του εμπαιγμού και της απαξίωσης.
Διαπιστώσεις που κάνουμε όλοι μεταξύ μας σε κάθε συζήτηση, καταλήγοντας ότι κανείς ας δεν ξέρει μέχρι πού θα φτάσει αυτή η κατάσταση και πώς μπορούμε να κάνουμε κάτι ώστε ν’ αντιστραφεί ή έστω να γυρίσει θετικά, η αρνητική εξέλιξη που βιώνουμε.

Το μέγα ερώτημα πλέον είναι, αν και κατά πόσο μπορούμε να περιμένουμε απ’ τις ίδιες καταστάσεις, τα ίδια πρόσωπα και την ίδια νοοτροπία, να επέλθει το φρέσκο, το νέο, η καινούργια προοπτική…